Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

«Εκατό χρόνια μοναξιά»

Από την Κική Τριανταφύλλου στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων της 20ης Αυγούστου 2011 διαβάζουμε:
"Με γραφή μοναδική, φαντασμαγορική, ρεαλιστική και συνάμα ιλαροτραγική, επηρεασμένη από τις διηγήσεις της γιαγιάς του, ο Μάρκες ξετυλίγει το έπος των Μπουενδία που ζουν στην πόλη - ουτοπία του Μακόντο. Παράλληλα αφηγείται τη συχνά βίαιη ιστορία της πατρίδας του της Κολομβίας, αλλά και της Λατινικής Αμερικής και τελικά της ανθρωπότητας ολόκληρης.
Ηταν συνταρακτική χρονιά το 1967. Στην Ελλάδα με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου οι συνταγματάρχες θα επέβαλλαν την επτάχρονη δικτατορία την ίδια περίοδο που στην Αγγλία η σχεδιάστρια της ποπ Μέρι Κουάντ θα προκαλούσε υστερία με τα μίνι φορεματάκια της, οι Μπιτλς θα τραγουδούσαν απευθείας σε πρώτη δορυφορική τηλεοπτική μετάδοση το «All you need is love», ενώ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού η Αρίθα Φράνκλιν θα ηχογραφούσε το θρυλικό «Respect». Στο Βιετνάμ ο πόλεμος συνεχιζόταν και η Αμερική έπαιρνε φωτιά από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Είναι η χρονιά κατά την οποία στη Νικαράγουα ο Αναστάζιο Σομόζα θα επιβάλει δικτατορικό καθεστώς - και θα ανατραπεί το 1979 από τους Σαντινίστας -, ενώ στη Βολιβία ο Ρεζί Ντεμπρέ, εμβληματική μορφή της γαλλικής Αριστεράς, θα καταδικαστεί σε τριάντα χρόνια κάθειρξη λόγω της ένοπλης εμπλοκής του στο αντάρτικο. Λίγες ημέρες αργότερα ο Τσε Γκεβάρα θα συλληφθεί - μάλιστα, δύο δεκαετίες αργότερα ο Ντεμπρέ θα κατηγορηθεί ότι τον πρόδωσε - και θα εκτελεστεί από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν.
Την ίδια χρονιά στο Μπουένος Αϊρες κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ισπανικά από τις Εκδόσεις Sudamericana το έπος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Εκατό χρόνια μοναξιά», ένα υπόδειγμα της λογοτεχνίας του μαγικού ρεαλισμού που είχε εισαγάγει ο κουβανός Αλέχο Καρπεντιέρ." Η συνέχεια του άρθρου στην ιστοσελίδα της εφημερίδας.

Márquez, Gabriel García

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε το 1928 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, όπου μεγάλωσε κοντά στους παππούδες του από τη μεριά της μητέρας του.
Το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά τις σπουδές του στα νομικά και τις πολιτικές επιστήμες και τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο "Η τρίτη παραίτηση". Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών κι εκεί άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα "Ελ Ουνιβερσάλ". Στη συνέχεια συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και την Ευρώπη.
Το πρώτο μυθιστόρημά του, "Τα νεκρά φύλλα", εκδόθηκε το 1955 και ακολούθησαν τα έργα "Κακιά ώρα", "Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει" και "Η κηδεία της μεγάλης μάμα".
Το 1967 κυκλοφόρησε το έργο "Εκατό χρόνια μοναξιά", μυθιστόρημα που αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και κέρδισε το αναγνωστικό κοινό, καθιερώνοντας έτσι τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας.
Στο τεράστιο έργο του, που το 1982 του χάρισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συμπεριλαμβάνονται και τα μυθιστορήματα: "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη", "Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου", "Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας", "Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα" και "Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων".
Επίσης, έχει γράψει άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.

Κολομβία: Εκατό χρόνια μοναξιά

Τα Εκατό χρόνια μοναξιά μας συντροφεύουν στο ταξίδι μας και γνωρίζουμε την Κολομβία μέσα από τη διεισδυτική ματιά του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1983 από τον εκδοτικό οίκο Α. Α. Λιβάνη, σε μετάφραση Κλαίτης Σωτηριάδου - Μπαράχας.
Γράφει ο Βασίλης Φίλιας τον Οκτώβρη του 1979: "Λίγα έργα στην παγκόσμια λογοτεχνία φέρνουν άξια τον τίτλο "τοιχογραφία" μιας εποχής, ενός λαού, μιας συγκλονιστικής συλλογικής εμπειρίας, και η κατάχρηση του όρου θα μας έκανε πολύ διστακτικούς να τον χρησιμοποιήσουμε αν δεν επρόκειτο για ένα σημαδιακό έργο, όπως αναμφισβήτητα είναι το Εκατό Χρόνια Μοναξιάς του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Τοιχογραφία πράγματι της μοίρας όχι μόνο της Κολομβίας, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, που για δύο αιώνες τώρα παλεύει απεγνωσμένα, πιασμένη σε φοβερό δόκανο, να βρει μια διέξοδο. Την αγωνία και το σισύφειο χαρακτήρα αυτής της πάλης δίνει ο Μάρκες με αξεπέραστη λογοτεχνική μαεστρία, περιγράφοντας την τραγική πορεία του ήρωα της ελευθερίας συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία από την ώρα της υπέρτατης προσφοράς ως τη στιγμή της έσχατης φθοράς και της προσωπικής ολοκληρωτικής εκμηδένισης. Ένας ήρωας που γύρω του μπλέκονται φοβερά πεπρωμένα, που αγγίζουν και τελικά συνθλίβουν τα πιο στενά του συγγενικά πρόσωπα, τους ανθρώπους του τόπου που γεννήθηκε και τελικά όλους όσοι σταθήκανε δίπλα του στο μεγάλο αγώνα."

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ubidia, Abdón

Ο Αμπδόν Ουμπίδια είναι μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές φωνές της σύγχρονης λογοτεχνίας του Ισημερινού. Γεννημένος στο Κίτο το 1944, δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα στο περιοδικό Πουκούνα, την επίσημη έκφραση του ρεύματος "Τσάντσικο", μιας ομάδας συγγραφέων και ποιητών του Ισημερινού που ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με την πνευματική ελίτ της χώρας. Το 1979 εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων Κάτω από τον ίδιο, παράξενο ουρανό και κερδίζει το εθνικό βραβείο λογοτεχνίας για πρώτη φορά" η δεύτερη είναι το 1986, με το μυθιστόρημα Το όνειρο των λύκων. Πέρα από την πεζογραφία, έχει ασχοληθεί και με τη λαϊκή προφορική λογοτεχνία. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά και ιταλικά. Η "Χειμωνιάτικη πόλη" είναι από τις πιο γνωστές του νουβέλες και ήδη αριθμεί στα ισπανικά είκοσι εκδόσεις.

Ισημερινός: Χειμωνιάτικη πόλη

Τη Χειμωνιάτικη πόλη του Αμπδόν Ουμπίδια γνωρίζουμε στο πέρασμά μας από τον Ισημερινό. Είναι νουβέλα και κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε μετάφραση Βιργινίας Γαλανοπούλου από τις εκδόσεις Ροές το 2009.
Η ιστορία της νουβέλας είναι απλή: Ο κεντρικός ήρωας δέχεται να κρύψει για λίγες μέρες στο σπίτι του έναν παλιό του φίλο που τον κυνηγάει η αστυνομία, κι αρχίζει να υποψιάζεται ότι ανάμεσα στο φίλο του και τη γυναίκα του υπάρχει ερωτικό ενδιαφέρον. Η ζήλια του, που μπορεί να είναι βάσιμη ή να στηρίζεται σε παρεξηγήσεις και παρερμηνείες, θα τον κάνει ν’ αναθεωρήσει τα πάντα στη ζωή του, όχι μόνο τη σχέση του με τη γυναίκα του αλλά και με τη δουλειά του, τους φίλους του, τα όνειρά του, τις επιλογές του.
Εντύπωση προκαλεί η ειλικρίνεια -που συχνά γίνεται ιδιαίτερα ωμή- με την οποία εξετάζει εξονυχιστικά κάθε του συναίσθημα. Όμως η επιθυμία να δει τη ζωή του στις πραγματικές της διαστάσεις δεν είναι αρκετή. Ο αναγνώστης τον παρακολουθεί καθώς βυθίζεται σιγά σιγά σε μια κατάσταση όπου νιώθει πως η λογική του απειλείται ολοένα και περισσότερο. Παρατηρεί τους πάντες και τα πάντα γύρω του, ακόμα και τις δικές του αντιδράσεις, όλα όμως, λόγια, εκφράσεις, βλέμματα, κίνητρα, συναισθήματα, σκέψεις, μπορούν να ερμηνευθούν με δύο τρόπους, να σημαίνουν ταυτόχρονα πράγματα αντίθετα μεταξύ τους. Εξουθενωμένος, δίνει την οριστική λύση -καταστροφική ή λυτρωτική;- σε μια ύστατη προσπάθεια να διαφυλάξει τη λογική του.
Η ιστορία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του εβδομήντα, όταν, πέρα από τις διεθνείς συγκυρίες, στον Ισημερινό, και ειδικά στο Κίτο, χάρη στο πετρέλαιο, το χρήμα ρέει άφθονο και η μεσαία τάξη αλλάζει, εγκαταλείποντας παραδοσιακές αξίες και περνώντας στην εποχή του καταναλωτισμού.
Ο Αμπδόν Ουμπίδια μάς δίνει ένα κείμενο που διακρίνεται για την ακρίβεια στην περιγραφή των συναισθημάτων -ουσιαστικά είναι η καταγραφή του εσωτερικού μονολόγου του πρωταγωνιστή- και χειρίζεται με δεξιοτεχνία αυτό το παιχνίδι των διπλών εκδοχών, αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Vargas Llosa, Mario

Ο Χόρχε Μάριο Πέδρο Βάργκας Λιόσα (ή Γιόσα, σύμφωνα με την ισπανική προφορά) γεννήθηκε το 1936 στην Arequipa του Περού και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Βολιβία, όπου ο πατέρας του ήταν πρόξενος. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1959 με τη συλλογή διηγημάτων "Οι αρχηγοί", αλλά έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο με το πρώτο του μυθιστόρημα "Η πόλη και τα σκυλιά" (1963), που μεταφράστηκε σε δώδεκα γλώσσες και εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς στη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ακολούθησαν "Το πράσινο σπίτι" (1966), "Κουβέντα στον καθεδρικό ναό" (1969) και "Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες" (1973), που τον καθιέρωσαν ως τον σκληρότερο επικριτή των δικτατορικών καθεστώτων, του θρησκευτικού φανατισμού και της στρατιωτικής ηθικής. Ο Γιόσα συνέδεσε το όνομα και την τέχνη του με τις τύχες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και με την παγκόσμια λογοτεχνία: μεταξύ άλλων, έγραψε κριτικά δοκίμια για τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, τον Φλωμπέρ, τον Σαρτρ, τον Καμύ, κ.ά., θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και πολιτικά κείμενα. Το 1990 ήταν υποψήφιος πρόεδρος του Περού, με αντίπαλο τον συντηρητικό Αλμπέρτο Φουτζιμόρι, αλλά ηττήθηκε. Μετά την ήττα του εγκατέλειψε το Περού και εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου το 1993 απέκτησε την ισπανική υπηκοότητα. Ταυτόχρονα σχεδόν, εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του με τίτλο "Το ψάρι στο νερό" (1993). Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα έχει τιμηθεί με τα σημαντικότερα βραβεία της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, όπως είναι τα βραβεία Planeta και Cervantes. Παραμένοντας εξαιρετικά ενεργός, λογοτεχνικά, είναι σήμερα μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας, επίτιμος διδάκτορας πανεπιστημίων όπως το Yale, το Harvard, η Οξφόρδη, η Σορβόνη, το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, κ.ά., και Ιππότης του Τάγματος της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας. Τον Οκτώβριο του 2010 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας "για τη χαρτογράφηση των δομών της εξουσίας και τις διεισδυτικές εικόνες της αντίστασης του ατόμου, της εξέγερσης και της ήττας του", σύμφωνα με το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.

Περού: Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες

Συνεχίζοντας στις χώρες των Άνδεων - ή μήπως στις Άνδεις των χωρών; - σταματάμε στο Περού. Αγνοώντας τις διαδρομές που τελικά ακολουθήθηκαν - σαφώς διαφορετικές αυτών που αρχικά χαράχθηκαν - συναντάμε τον Άνθωπο που έλεγε ιστορίες. Πρόκειται γαι το μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα σε μετάφραση Τατιάνας Ραπακούλια, που κυκλοφόρησε στα ελληνιλά από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2010.
Ένας Περουβιανός επισκέπτεται μια έκθεση φωτογραφιών του Αμαζονίου σε μια κάπως μυστήρια γκαλερί της Φλωρεντίας. Η φωτογραφία ενός "ιστορητή" από τη φυλή Ματσιγκένγκα θα του τραβήξει την προσοχή και θα του θυμίσει έναν παλιό φίλο από τη Λίμα ο οποίος εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του. Οι μνήμες γίνονται όλο και πιο δυνατές, και τα δύο πρόσωπα αφηγούνται, ο καθένας με τον τρόπο του και τη δική του προσωπική γλώσσα, την ίδια ιστορία, ξεδιπλώνοντας κάθε φορά τις φανερές και κρυφές πλευρές της. Οι δύο αφηγήσεις εναλλάσσονται μεταξύ τους αποκαλύπτοντας το μυστήριο που πάντα δένει τους αρχέγονους μύθους με την κοινωνία και τους μηχανισμούς της, και την επίδρασή τους στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου.

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Επίσκεψη στο Αναρρωτήριο

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΑΝΑΡΡΩΤΗΡΙΟ

Είμαστε στο 1976 και η Επανάσταση έχει ηττηθεί
αλλά εμείς δε το ξέρουμε ακόμα.
Είμαστε 22, 23 χρόνων.
Ο Μάριο Σαντιάγο κι εγώ κατηφορίζουμε έναν ασπρόμαυρο δρόμο.
Στο τέλος του δρόμου, σε μια γειτονιά βγαλμένη κατευθείαν
από μια ταινία των 50s, βρίσκεται το πατρικό του Νταρίο Γκαλισία.
Είμαστε στο 1976 και έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισία.
Είναι ζωντανός, η Επανάσταση έχει ηττηθεί, η μέρα είναι όμορφη
παρόλη την καταιγίδα που πλησιάζει αργά απ'το βορρά,
διασχίζοντας την κοιλάδα.
Ο Ντάριο μας υποδέχεται ξαπλωμένος σε ένα ντιβάνι.
Πρώτα όμως μιλάμε με τους γονείς του, δυό ανθρώπους μάλλον
ηλικιωμένους, ο Κος Σκίουρος και η Κα Σκιουρίνα, οι οποίοι, καθισμένοι
σε ένα πράσινο κλαδί ακίνητο για πάντα στα όνειρα, στοχάζονται πάνω στο πως
καίγεται το δάσος.
Και η μητέρα μας κοιτάζει και δε μας βλέπει ή βλέπει
πράγματα μέσα μας
που εμείς δεν τα ξέραμε καν.
Είμαστε στο 1976 και παρόλο που όλες οι πόρτες μοιάζουν ανοιχτές,
στην πραγματικότητα, αν ήμασταν πιο προσεκτικοί, θα μπορούσαμε να ακούσουμε πώς
κλείνουν οι πόρτες, η μια μετά την άλλη.
Οι πόρτες: μεταλικές πλάκες, ενισχυμένες ατσάλινες σχάρες, η μια μετά την άλλη
ολοένα και κλείνουν, στην ταινία της αιωνιότητας.
Αλλά είμαστε 22 ή 23 και η αιωνιότητα
δεν μας τρομάζει.
Τρυπάνισαν το κρανίο του Νταρίο Γκαλισία. Δυό φορές!
Και ένα απ'τα ανευρύσματα έσκασε καταμεσής του
Ονείρου.
Οι φίλοι του λένε ότι έχασε τη μνήμη του.
Κι έτσι, ο Μάριο κι εγώ στριμωχνόμαστε ανάμεσα σε Μεξικάνικα φιλμ
απ'τα 40s
και φτάνουμε σε λιγνά χέρια που αναπαύονται στα γόνατα του σε μια χειρονομία
γαλήνιας αναμονής.
Είμαστε στο 1976 και οι φίλοι του λένε ότι ο Νταρίο έχει
ξεχάσει τα πάντα,
ακόμα και την ίδια του την ομοφυλοφιλία.
Και ο πατέρας του Νταρίο λέει πως όλα τα κακά συμβαίνουν για κάποιο
λόγο.
Και έξω ρίχνει καρέκλες:
στην αυλή του κτιρίου, βροχή σαρώνει τις σκάλες
και τα χώλ
και ξεγλιστράει μέσα από το πρόσωπο του Τιν Ταν, του Ρεσόρτες, και
του Καλάμπρες,
τα οποία ντύνουν, ημιδιάφανα, τη χρονιά του 1976.
Και ο Νταρίο αρχίζει να μιλάει. Είναι συγκινημένος.
Είναι ευτυχισμένος που τον επισκεφτήκαμε.
Η φωνή του είναι σαν πουλιού: τσιριχτή, μια φωνή διαφορετική,
σαν να του έκαναν κάτι στις φωνητικές του χορδές.
Τα μαλλιά του ξαναβγαίνουν, αλλά μπορείς ακόμα να δείς τα σημάδια απ'τον
τρυπανισμό.
Είμαι εντάξει, λέει.
Μερικές φορές ο ύπνος είναι τόσο μονότονος.
Γωνιές, ανεξερεύνητες περιοχές, αλλά απ'το ίδιο όνειρο.
Φυσικά, δεν έχει ξεχάσει ότι είναι ομοφυλόφιλος (κι εμείς
γελάμε),
όπως δεν ξέχασε πώς να αναπνέει.
Ήμουν στο χείλος του θανάτου, λέει αφού το σκέφτεται για λίγο.
Για λίγο νομίζουμε ότι θα αρχίσει να κλαίει.
Αλλά δεν είναι αυτός που κλαίει.
Και δεν είναι ούτε Μάριο, ούτε εγώ.
Παρόλαυτα, κάποιος κλαίει καθώς πέφτει το σκοτάδι με μια
άηχη νωθρότητα.
Και ο Νταρίο λέει: το απόλυτο ταξίδι, και μιλάει για τη Βέρα η οποία
ήταν μαζί του στο νοσοκομείο, και για άλλα πρόσωπα τα οποία ο Μάριο
και εγώ δεν γνωρίζουμε, και τα οποία τώρα δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να αναγνωρίσει.
Το ασπρόμαυρο ταξίδι των ταινιών των 40s και των 50s.
Ο Πέδρο Ινφάντε και ο Τόνι Αγκιλάρ, ντυμένοι αστυνομικοί
να ταξιδεύουν μέσα στο ατέλειωτο Μεξικάνικο σούρουπο πάνω στις
μοτοσυκλέτες τους.
Και κάποιος κλαίει αλλά δεν είμαστε εμείς.
Αν αφουγκραζόμασταν, θα μπορούσαμε να ακούσουμε το παταγώδες κλείσιμο
των θυρών της ιστορίας, ή του πεπρωμένου.
Αλλά ακούμε μονάχα τους λυγμούς κάποιου που κλαίει κάπου.
Και ο Μάριο αρχίζει να διαβάζει ποιήματα.
Διαβάζει ποιήματα στον Νταρίο, και είναι τόσο ευχάριστη η φωνή του ενόσω
έξω πέφτει η βροχή,
και ο Νταρίο ψιθυρίζει ότι αγαπάει τους Γάλλους ποιητές.
Ποιητές που μονάχα αυτός και ο Μάριο και εγώ γνωρίζουμε.
Αγόρια απ'το αφάνταστο ακόμα τότε Παρίσι με
μάτια κατακόκκινα απ'τις αυτοκτονίες.
Τους αγαπάει τόσο πολύ!
Όπως εγώ αγαπούσα τους δρόμους του Μεξικό το 1968.
Ήμουν δεκαπέντε χρόνων τότε, και είχα μόλις φτάσει.
Ήμουν ένας δεκαπεντάχρονος απόδημος, αλλά το πρώτο πράγμα που
μου λένε, οι δρόμοι του Μεξικό,
είναι ότι, εκεί, είμαστε όλοι απόδημοι, απόδημοι του πνεύματος.
Α, οι πανέμορφοι, οι πάντοτε αγνοημένοι,
οι φρικιαστικοί
Μεξικάνικοι δρόμοι που κρέμονται στην άβυσσο
ενώ οι υπόλοιπες πόλεις του κόσμου πνίγονται στην ενότητα και την σιωπή.
Και τα αγόρια, τα γενναία ομοφυλόφιλα αγόρια στιγματισμένα σαν
φωσφορίζοντες άγιοι για όλα εκείνα τα χρόνια
απ'το 1968 έως το 1976.
Όπως σε μια σκουληκότρυπα, το άνοιγμα που εμφανίζεται εκεί που
δεν το περιμένεις,
ο μεταφυσικός τάφος των γκέι εφήβων που αντιμετωπίζουν -
οι γενναιότεροι όλων! - την ποίηση και την εχθρότητα.
Αλλά είμαστε στο 1976, και το κεφάλι του Νταρίο Γκαλισία έχει τα
αχώνευτα σημάδια ενός τρυπανισμού.
Είναι ο χρόνος πριν τους αποχαιρετισμούς,
που πλησιάζει σαν ένα τεράστιο ζαλισμένο πτηνό
μέσα απ'τους αδιέξοδους δρόμους μιας γειτονιάς
παγωμένης μέσα στο χρόνο
σαν ένας ποταμός από μαύρο κάτουρο που κυκλώνει την αορτή του Μεξικό,
ένας ποταμός για τον οποίο μιλάνε στον οποίο ταξιδεύουν οι μαύροι αρουραίοι του Τσαπουλτεπέκ,
ποταμόλεξη, το υγρό δαχτυλίδι απ'τις γειτονιές που χάθηκαν μέσα στο χρόνο.
Και ακόμα και αν η φωνή του Μάριο και η τωρινή φωνή του Νταρίο,
τσιριχτή σαν από κινούμενα σχέδια,
γεμίζουν με ζεστασιά τον αέρα που μας εχθρεύεται,
εγώ ξέρω ότι μέσα σ'αυτές τις εικόνες που περιεργαζόμαστε με
προκαταβολική ευλάβεια,
μέσα στα διάφανα εικονίσματα του Μεξικάνικου πάθους,
βρίσκονται, γονατισμένες, η μεγάλη προειδοποίηση και η μεγάλη συγχώρεση,
αυτό το ακατανόμαστο πράγμα, μέρος του ονείρου,
το οποίο
χρόνια αργότερα
θα το φωνάξουμε με διάφορα ονόματα που θα σημαίνουν ήττα.
Η ήττα της αληθινής ποίησης, την οποία γράφουμε
σε αίμα.
Και σε σπέρμα, και σε ιδρώτα, λέει ο Νταρίο.
Και σε δάκρυα, λέει ο Μάριο.
Παρόλο που κανένας μας δεν κλαίει.

Το ποίημα το βρήκαμε εδώ.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Ενρίκε Λιν, Λογοτεχνία

Ενρίκε Λιν
Σαντιάγο, Χιλη (1929 - 1988)

από την ποιητική συλλογή «Σχήματα λόγου»


Λογοτεχνία
Όταν βρίσκομαι με άλλους συγγραφείς

σχεδόν άλλο δεν κάνουμε παρά να μιλάμε, σαν καλοί ή κακοί λειτουργοί της,

για τη Λογοτεχνία: κάποιον τον εκδίδουν τα Βιβλία

Του 21ου Αιώνα κι έναν άλλο, όπως εμένα, ο Εκδότης

ούτε τα δικαιώματα δεν του πληρώνει: στο

συναπάντημα με τη Λογοτεχνία, μήτε που της βγάζω το καπέλο,

συμπαθώ τους φίλους μου, μα κανείς μας δε θα φτάσει μακριά:

το πολύ κοντά στον ορίζοντα, όπου αστράφτουν αυτοί

που ένας βλάκας θα αποκαλούσε αστέρες πρώτου μεγέθους.

Όταν συναντιέμαι με αστέρες πρώτου μεγέθους σαν και του λόγου τους

και τα παγόνια τούτα αστράφτουν με την πρέπουσα συστολή,

μού ‘ρχεται να τους ζητήσω να ξεράσουν, γιατί

να γράφεις σαν κι αυτούς είναι τόσο κοινότοπο. Όταν με βλέπω

αντίκρυ στην άδεια σελίδα σκέφτομαι τα παγόνια

και προσπαθώ τουλάχιστον να μην κάνω επίδειξη, αλλά γράφω

όπως μου υπαγορεύει το μίσος μου για τη λογοτεχνία,

και στους νέους συγγραφείς θα ‘θελα να ουρλιάξω,

τέλος πια η φάρσα, κι εσύ θα μπεις στο επάγγελμα

επειδή η λογοτεχνία είναι η πιο ανώδυνη δουλίτσα

ακόμα και για κείνους που δεν τη χωνεύουν. Κοίτα πώς

κι ένας αστέρας πρώτου μεγέθους δε γλιτώνει την έκλειψη και μην κάνεις πίσω

και χώσε τα χέρια στη φωτιά

Κανείς δεν κατάφερε να κάνει το καθήκον του

εξόν καναδυό τύποι απεχθείς, κι αυτός που έλαμπε τεντωμένος και παλλόμενος

ενώ, παρόλες τις κραυγές διαμαρτυρίας του, εξ ανάγκης εύγλωττες,

και ποιο ήτανε το κοινό του, ίσως το κενό; ξαναγύρισαν

στα κελάρια τους, σε καταναλωτικά αγαθά πια μεταλλαγμένοι

από κείνους για τους οποίους προορίζονταν οι κραυγές του

άνθρωποι φιλόπονοι στο χασομέρι, στα παθήματά τους

και, εξ αυτού, οι μόνοι εραστές

της ομορφιάς, αυτής της ολύμπιας γάτας.

Οι εφτά ζωές του ποιητή φτάνουν και με το παραπάνω

για να γίνει ένα τρομοκράτης άνθρωπος κανονικός αλλά η Λογοτεχνία

είναι, ωστόσο, το αντίθετο από ένα πραγματικό σκάνδαλο

το πολύ – πολύ μια καλή επένδυση στην ιστορία

για κείνες τις σπάνιες στιγμές που η βαρβαρότητα απωθείται

κι ο ηρωισμός της αντίστασης παύει να εκτιμιέται τόσο

οι ευαίσθητες ψυχές ξεφυτρώνουν τότε σαν τα μανιτάρια

συγκινημένες από τη μαρτυρία των σκοτεινών καιρών.

Μετάφραση Νατάσα Ανδρίτσου

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Bolaño, Roberto

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο (Σαντιάγο Χιλής, 1953 - Βαρκελώνη, 2003), μυθιστοριογράφος και ποιητής, επέβαλε την παρουσία του μέσα σε πολύ λίγα χρόνια ανάμεσα στους σπουδαιότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Στα 15 του μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Μεξικό απ’ όπου επέστρεψε στη Χιλή το 1973 για να υποστηρίξει το κόμμα του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Μετά το πραξικόπημα αναγκάστηκε να καταφύγει στο Μεξικό και στη συνέχεια στην Ισπανία, όπου και εγκαταστάθηκε. Τιμήθηκε με τα βραβεία «Herralde» και «Romulo Gallegos».
Από τα βιβλία του έχουν εκδοθεί στα ελληνικά οι συλλογές διηγημάτων «Πουτάνες φόνισσες» και «Τηλεφωνήματα» και τα μυθιστορήματα «Μακρινό αστέρι», «Τελευταία νύχτα στη Χιλή», «Άγριοι ντετέκτιβ».

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Χιλή: Μακρινό αστέρι

Το ταξίδι συνεχίζεται στη Χιλή με το Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2007 από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αγγελικής Αλεξοπούλου.
Το μυθιστόρημα τοποθετείται στη Χιλή και ξεκινάει λίγο πριν από το πραξικόπημα του Πινοτσέτ, για να ολοκληρωθεί αρκετά χρόνια μετά στην Ευρώπη, στο Μπλάνες, εκεί όπου ο ίδιος ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Πρωταγωνιστής είναι ένα αινιγματικό και σκοτεινό πρόσωπο, ο ποιητής Αλβέρτο Ρουίς-Τάγλε, ο οποίος συχνάζει σε ένα λογοτεχνικό εργαστήρι, όπως και ο αφηγητής. Ο απόμακρος ποιητής ασκεί μια παράξενη γοητεία, ιδίως στις γυναίκες της παρέας, κάποιες από τις οποίες, λίγο αργότερα, κατά την περίοδο της δικτατορίας του Πινοτσέτ, θα τις βασανίσει και θα τις δολοφονήσει. Γιατί ο Ρουίς-Τάγλε δεν είναι άλλος από τον γερμανικής καταγωγής υποσμηναγό της χιλιάνικης Αεροπορίας Κάρλος Βίντερ, τον εκκεντρικό πιλότο-ποιητή που γράφει στον χιλιάνικο ουρανό ανατριχιαστικούς στίχους παρμένους από τη Βίβλο με τον καπνό του αεροπλάνου του.
Ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα με θέμα τη βία, την πολιτική τρομοκρατία, τις διαπλοκές αλληλένδετων μικρόκοσμων και, κυρίως, τη σχέση της λογοτεχνίας με το κακό.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Έρωτας και επανάσταση

Είναι ο τίτλος της κριτικής της Κατερίνας Σχινά για Το Κουτσό στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (28/11/2008). Μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Cortázar, Julio

O Χούλιο Κορτάσαρ γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1914 και πέθανε στο Παρίσι το 1984. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, εγκατέλειψε μαζί με την οικογένειά του το Βέλγιο για την Αργεντινή, όπου τελείωσε το σχολείο, σπούδασε φιλολογία και εργάστηκε ως καθηγητής για πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1951, σε ηλικία 37 ετών, επέστρεψε στην Ευρώπη, στο Παρίσι, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του και έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του ("Έφυγα από την Αργεντινή, όχι τόσο επειδή υπήρχαν πράγματα που εκεί μ' ενοχλούσαν, που οπωσδήποτε υπήρχαν, αλλά γιατί η Γαλλία αντιπροσώπευε για μένα, τότε, έναν τεράστιο πόλο έλξης", θα πει σε μια συνέντευξή του στην "El Pais", το 1982). Το 1961 επισκέπτεται την Κούβα, γοητευμένος από την επανάσταση, αναζητώντας απαντήσεις στις πολιτικές του ανησυχίες. Το ταξίδι αυτό θα γίνει η αφορμή να αποκτήσει σαφή ιδεολογική συνείδηση, θα υπερασπιστεί την Κούβα του Τσε και του Κάστρο και αργότερα τη Νικαράγουα των σαντινίστας. Το 1970 επισκέπτεται τη Χιλή και παρευρίσκεται στην πανηγυρική τελετή ανάληψης της εξουσίας από τον Αλιέντε. Μαθητής του Μπόρχες, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους λατινοαμερικανούς συγγραφείς και στους σπουδαιότερους μοντερνιστές του 20ού αιώνα. Το έργο του αφομοιώνει μ' έναν τελείως φυσικό τρόπο τις ανανεωτικές τεχνικές του σύγχρονου μυθιστορήματος και συνδυάζει τη δημιουργική φαντασία με το ρεαλισμό, διαφέρει όμως, από το έργο άλλων λατινοαμερικανών συγγραφέων, γιατί απ' αυτό απουσιάζει σχεδόν παντελώς το στοιχείο του μπαρόκ και του μαγικού ρεαλισμού. Μεταξύ των πολλών και σπουδαίων έργων του ξεχωρίζουν τα: "Μυστικά όπλα" ("Las armas secretas"), 1958, "Τα βραβεία" ("Los Premios" -το πρώτο του μυθιστόρημα), 1960, "Ιστορίες των κρονόπιο και των φάμα" ("Historias de cronopios y de famas", 1962, "Το κουτσό" ("Rayuela" -που θεωρείται το αριστούργημά του), 1963, "Όλες οι φωτιές η φωτιά" ("Todos los fuegos el fuego"), 1966, "Το βιβλίο του Μανουέλ" ("Libro de Manuel" -μυθιστόρημα), 1973, "Οκτάεδρο" ("Octaedro"), 1974 (όλα τους μεταφρασμένα στα ελληνικά) και τα "Los Reyes", 1949, "Bestiario", 1951, "Final de Juego", 1956, "Ο γύρος της μέρας σε ογδόντα κόσμους" ("La vuelta al dia en ochenta mundos"), 1967, "62: Μοντέλο συναρμολόγησης" ("62: Modelo para armar" -που συνεχίζει την ιδέα του διάσπαρτου μυθιστορήματος, όπως και στο "Κουτσό"), 1968, "Prosa del Observatorio", 1972, "Alguien que anda por ahi", 1977, "Un tal Lucas", 1979, "Deshoras", 1982, κ.ά.

Αργεντινή: Το κουτσό

Με το μυθιστόρημα του Χούλιο Κορτάσαρ Το κουτσό ξεκινάει το ταξίδι μας στη Νότια Αμερική. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1988 από τις εκδόσεις Εξάντας σε μετάφραση Κώστα Κουντούρη.
Διαβάζουμε από την εισαγωγή του μεταφραστή: Το 1963, όταν δημοσιεύεται το "Κουτσό", ο Χούλιο Κορτάσαρ πλησιάζει τα πενήντα. Έχει ήδη δημοσιεύσει μια νεανική συλλογή ποιημάτων ("Presencia"), μερικές συλλογές διηγημάτων ("Los Reyes", "Bestiario", "Final del juego", "Los Armas Secretas"), κι ένα πρώτο μυθιστόρημα ("Los Premios").
Το έργο του Κορτάσαρ παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που είναι λίγο ως πολύ κοινά σε όλους τους σύγχρονους λατινοαμερικανούς ομότεχνούς του. Αφομοιώνει μ' έναν τελείως φυσικό τρόπο τις ανανεωτικές τεχνικές του σύγχρονου μυθιστορήματος και συνδυάζει τη δημιουργική φαντασία με το ρεαλισμό. Διαφέρει όμως, γιατί από το έργο του απουσιάζουν σχεδόν παντελώς το μπαρόκ και ο μαγικός ρεαλισμός, αλλά και γιατί ο Κορτάσαρ ασχολείται κυρίως με τα προβλήματα των ανθρώπων που ζουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Το "Κουτσό" δεν αφηγείται μια ιστορία ξένη προς το συγγραφέα· το υλικό του είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και ο Κορτάσαρ έχει πει: "Αν δεν έγραφα αυτό το βιβλίο εκείνη την εποχή, μάλλον θα έπεφτα στον Σηκουάνα". Το "Κουτσό" θεωρείται από ορισμένους δύσκολο βιβλίο, φιλοσοφικό και μεταφυσικό, εκείνο όμως που κυρίως το χαρακτηρίζει είναι το χιούμορ.
Δημιουργήθηκε με τη φιλοδοξία να είναι ένα μυθιστόρημα που θα συμπεριλαμβάνει τα πάντα, ένα βιβλίο που θα είναι πολλά βιβλία. Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, "Δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά το κουτί της Πανδώρας". Πέρα από την ιστορία που αφηγείται, θέτει πάρα πολλά προβλήματα, υπαρξιακά και αισθητικά. Είναι ένα έργο που διαπνέεται από τον άνεμο της δημιουργικής ελευθερίας. [...]

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Οι Κορδιλλιέρες των Άνδεων

Οι Άνδεις (από τη λέξη της γλώσσας Κέτσουα: Anti(s) = «υψηλή κορυφή») είναι η μακρύτερη οροσειρά της Γης. Καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη τη δυτική ακτή της Νότιας Αμερικής, με γενική κατεύθυνση βορρά-νότου. Το μήκος τους φθάνει τα 7.000 km και το πλάτος τους υπερβαίνει σε κάποια γεωγραφικά πλάτη τα 500 km, με το φαρδύτερο μέρος μεταξύ των παραλλήλων 18° και 20° νότιου πλάτους. Οι Άνδεις αποτελούνται από δύο συνιστώσες, την Ανατολική (Cordillera Oriental) και τη Δυτική (Cordillera Occidental), με μικρότερες οροσειρές, όπως την Cordillera de la Costa της Χιλής. Τα βουνά των Άνδεων εκτείνονται σε επτά χώρες: Την Αργεντινή, τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία, το Εκουαδόρ (Κράτος του Ισημερινού), την Κολομβία, το Περού και τη Χιλή. Μάλιστα κάποιες από αυτές, κυρίως το Περού και η Βολιβία, είναι γνωστές ως «κράτη των Άνδεων». Από πλευράς ύψους, οι Άνδεις αποτελούν την υψηλότερη οροσειρά έξω από την Ασία, με την υψηλότερη κορυφή τους, την Ακονκάγκουα, να φθάνει σε υψόμετρο 6.962 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η κορυφή του όρους Chimborazo, στις Άνδεις του Εκουαδόρ, θεωρείται το σημείο της γήινης επιφάνειας που απέχει περισσότερο από κάθε άλλο από το κέντρο της Γης, επειδή η Γη είναι πεπλατυσμένη εξαιτίας της περιστροφής γύρω από τον άξονά της. Σε σύγκριση με τα Ιμαλάια, οι Άνδεις έχουν περίπου ίσο πλάτος αλλά υπερδιπλάσιο μήκος. (Βικιπαίδεια)

Ε, λοιπόν, εκεί ακριβώς θα ταξιδέψουμε φέτος λογοτεχνικά: Στις Άνδεις!